map

Τυχαίες φωτογραφίες

book

Η Καππαδοκία στα πρώτα βυζαντινά χρόνια ήταν αγροτική επαρχία, με λίγες πόλεις και πολλούς αγροτικούς οικισμούς. Προοπτικές για τους φιλόδοξους και τους ταλαντούχους δεν υπήρχαν, γι’ αυτό πολλοί αναγκάζονταν να φεύγουν και να πηγαίνουν σε άλλες περιοχές με ανώτερη πνευματική και οικονομική ανάπτυξη. Οι περισσότεροι προτιμούσαν την Κωνσταντινούποη, τον «ομφαλό της αυτοκρατορίας», όπως την ονόμαζαν.

Από την Καππαδοκία είχαν την προέλευσή τους σπουδαίοι βυζαντινοί οίκοι όπως οι Λασκάρεις ή Λασκαρίδαι, που ίδρυσαν τη δυναστεία της Νίκαιας με τους αδελφούς Κωνσταντίνο ΙΑ’ και Θεόδωρο Α’ το 1204- 1205, οι Διογέναι ή Διογένηδες, οι Μαλεϊνοι, οι Βοϊλαι, οι Φωκάδες, οι Αργυροί ή Αργυρόπουλοι κ.α. Είναι δε χαρακτηριστικές, ακόμη και σήμερα, οι ονομασίες τόπων, όπως το λαξευτό μοναστήρι του Εσκί Γκιουμουσλέρ, που βρίσκεται σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Νίγδης στο κέντρο ενός πολύ μεγάλου βράχου.

Οι Καππαδόκες ήταν ο κυματοθραύστης των επιδρομέων από την Ανατολή και έδωσαν τον αγώνα τον καλό για τη διαφύλαξη των βυζαντινών συνόρων. Οι αυτοκράτορες, καταλαβαίνοντας τη στρατηγική αξία και σπουδαιότητα του χώρου της Καππαδοκίας, την έκαναν στρατιωτικό κέντρο.

Το βυζαντινό κράτος δέχτηκε μετά τον 7ο αι. τις καταστρεπτικές επιδρομές των εξισλαμισμένων Αράβων, με συνέπεια να χάσει πολλές από τις ανατολικές περιοχές του. Οι συνεχείς επιθέσεις που δέχονταν τα ανατολικά σύνορα του κράτους, ανάγκασαν τους ηγήτορες του Βυζαντίου να λάβουν έκτακτα μέτρα σωτηρίας του, όπως το χτίσιμο νέων οχυρών φρουρίων, κάστρων και τειχών. Όμως, στις απόμακρες εκείνες περιοχές δε θα είχαν επιτυχία ούτε αυτά τα αμυντικά έργα, γιατί οι αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν θα αργούσαν πάρα πολύ να παρθούν λόγω της τεράστιας απόστασης που χώριζε τα ανάκτορα της Βασιλεύουσας από τα σύνορα, όσο γρήγορα άλογα και να είχαν οι αγγελιαφόροι. Για να λύσουν το πρόβλημα οι Βυζαντινοί, εφάρμοσαν ένα μοναδικό σύστημα επικοινωνίας, που βασιζόταν σε φωτεινά σήματα, τον οπτικό  «τηλέγραφο». Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες προσπάθησαν να διώξουν τους Άραβες, μα δεν τα κατάφεραν. Για 200 περίπου χρόνια η χώρα των Καππαδοκών ήταν ένα απέραντο πεδίο μαχών και οι Έλληνες του τόπου έγιναν το προπύργιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα ανατολικά σύνορα του κράτους. Οι ακρίτες, βράχοι ασάλευτοι πάνω στους πύργους και τα κάστρα, κράτησαν και δεν άφησαν τα μανιασμένα βαρβαρικά κύματα να κατακτήσουν τη χώρα τους.

Οι κυβερνήτες, καθιέρωσαν τα «θέματα», όπου εγκατέστησαν έναν ιδιαίτερης μορφής και αξίας μόνιμο στρατό για την άμυνά τους, τους Ακρίτες. Αυτοί, αποτελούσαν ξέχωρο στρατιωτικό σώμα, από άριστους μαχητές, που διακρίνονταν για το θάρρος, την ανδρεία, τη δύναμη, την αντοχή και την άριστη γνώση της πολεμικής τέχνης. Ζούσαν μόνιμα, με τις οικογένειές τους, στα πιο επικίνδυνα μέρη των συνόρων, τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν περάσματα επιδρομέων και έπρεπε να τα κρατήσουν πάση θυσία. Με το νέο αυτό στρατιωτικό σύστημα, το βυζαντινό κράτος έδινε σε γεωργούς αγροκτήματα για να τα καλλιεργούν, με την υποχρέωση να προσφέρουν, όποτε παραστεί ανάγκη, αυτοί και οι απόγονοί τους στρατιωτικές υπηρεσίες στις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Η ιδιοκτησία της γης κληρονομούνταν στα παιδιά τους, αρκεί βέβαια να συνέχιζαν το έργο των πατεράδων τους. Δεν είχαν όμως το δικαίωμα και ούτε μπορούσαν να την πουλήσουν σε άλλους. Εκτός από τα στρατιωτόπια είχαν κι άλλα πλεονεκτήματα, όπως το να παίρνουν μισθό και την απαλλαγή τους από κάθε φορολογία. Με την οργάνωση αυτή, αργά αλλά σταθερά, σχηματίστηκαν στην ανατολική οριογραμμή του βυζαντινού κράτους, στρατιωτικές αποικίες, απαρτιζόμενες από Αρμένιους, Θράκες και άλλες φυλές, αλλά βασικά από ντόπιους Έλληνες της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Κιλικίας. Η ακριτική εποποιία, βρήκε στην Καππαδοκία τον ιδανικό τόπο για να αναδειχτεί.

Οι Ακρίτες, με τους ηρωισμούς, τον πλούτο, τη μεγαλοπρεπή εμφάνιση, τα χρυσοστόλιστα άλογα και τα περιπετειώδη ερωτικά ειδύλλιά τους, δημιούργησαν στο λαό ψυχική ανάταση. Ο λαός τους έπλεξε το εγκώμιο, δημιουργώντας ένα μεγάλο επικό ποίημα, που φέρει το όνομα και περιγράφει τη ζωή, τα ανδραγαθήματα και τις περιπέτειες του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα. Τα ακριτικά τραγούδια είχαν προέλευση τη χώρα της Καππαδοκίας και κατόπιν διαδόθηκαν σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Η φήμη του Διγενή Ακρίτα έφτασε σε όλη τη χριστιανική Ανατολή. Η ιδιαίτερη πατρίδα του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα, πρέπει να ήταν το Χαρσιανό θέμα, πρωτεύουσα του οποίου ήταν η Καισάρεια της Καππαδοκίας. Πατέρας του Διγενή ήταν ο εμίρης της Μελιτήνης της Συρίας Μουσούρ και μητέρα του η Καππαδόκισα Ειρήνη Δούκαινα, κόρη Έλληνα στρατηγού. Για να την παντρευτεί ο Μουσούρ, βαφτίστηκε χριστιανός. Γι’ αυτό ο Βασίλειος, που στις φλέβες του έτρεχε από τη μια μεριά της μητέρας του ελληνικό αίμα κι από την πλευρά του πατέρα του αραβικό αίμα, ονομάστηκε Διγενής. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Δούκας ήταν στρατηγός του Χαρσιανού θέματος. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι το κάστρο του Χαρσιανού θέματος βρισκόταν στο Τσουχούρ της Καππαδοκίας. Εκεί, όπου η φύση φαίνεται σαν να είναι από μάρμαρο, ήταν τα «Μαρμαρένια Αλώνια» του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα και των συναγωνιστών του.