map

Τυχαίες φωτογραφίες

book

Ο Μέγας Αλέξανδρος στρατηλάτης, ξεκίνησε την εκστρατεία του με έναν έξοχα οργανωμένο στρατό. Σκοπός και φιλοδοξία του ήταν να μεταδώσει και να κάνει κτήμα όλων των ανθρώπων τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική παιδεία. Πίσω από τις φάλαγγές του ακολουθούσαν χιλιάδες άμαχοι, τους οποίους άφηνε στις νέες πόλεις που έχτιζε ή στις χώρες που κατακτούσε, δίνοντάς τους γη να καλλιεργήσουν και περιοχές να αναπτύξουν το εμπόριο και τις τέχνες. Οι πληροφορίες που δίνονται για την πορεία του Αλεξάνδρου στην Καππαδοκία είναι αντιφατικές. Την άνοιξη του 333 π. Χ. ο μέγας πολέμαρχος με ανασυγκροτημένα στρατεύματα προχώρησε προς τα Τύανα και τις Κιλίκιες πύλες, τις οποίες κατέλαβε. Δεν ενδιαφέρθηκε όμως να υποτάξει την κεντρική Καππαδοκία, αλλά περιορίστηκε μόνο στην υποτελή αναγνώριση της κυριαρχίας του από τον Αριαράθη, ορίζοντας σατράπη της χώρας ένα ντόπιο ηγεμόνα, τον Σαβίκτα ή Αβισταμένη. Επείγονταν για την εκστρατεία κατά του Δαρείου ή ίσως σεβάστηκε την αυτονομία της, γιατί  δεν ήθελε να πάει κόντρα με την «Ιερή Γεωγραφία», τη χαμένη εκείνη σοφία του κόσμου, που θεωρούσε την Καππαδοκία ιερή γη, η οποία δε θα έπρεπε να είναι κέντρο στρατιωτικών δυνάμεων, ούτε επιτρεπόταν να την καταλάβει κανείς στρατιωτικά. Η παρουσία του Μακεδόνα στρατηλάτη ήταν καταλυτική για τη χώρα των Καππαδοκών. Αν και η γεωπολιτική θέση της ήταν πολύ μακριά από τα άλλα ελληνικά κέντρα, πολλοί Έλληνες άποικοι συνέχισαν να εγκαθίστανται σ’ αυτήν, συμβάλλοντας έτσι ακόμη περισσότερο στον εξελληνισμό της.

Το 323 π. Χ. πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος και όλα άλλαξαν. Οι Μακεδόνες μέχρι τότε δεν είχαν κατακτήσει όλη την Καππαδοκία. Ο Περδίκας, για να την υποτάξει και να σταθεροποιήσει την εξουσία του σ’ αυτήν, πολέμησε μαζί με το Φίλιππο και τον Ευμένη εναντίον του τότε κυβερνήτη της Καππαδοκίας Αριαράθη, τον οποίον νίκησαν σε δύο πολύ φονικές μάχες. Όταν κατόπιν ο Περδίκας έκανε τη διανομή των σατραπειών, ενθρόνισε στον τόπο εκείνο τον πιστό στρατηγό του Ευμένη, στον οποίο έδωσε κατόπιν και όλες τις σατραπείες που βρίσκονταν πέρα από τον Ταύρο. Το 322 π. Χ. ο Ευμένης εγκαταστάθηκε στο φρούριο Νώρα, όπου τοποθέτησε Έλληνες αποίκους. Η επίδραση του ελληνικού πνεύματος στην περιοχή άρχισε να γίνεται ακόμη πιο έντονη.

Το 315 π. Χ. η Καππαδοκία καταλήφθηκε από τον Μακεδόνα Αντίγονο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 301, μετά τη μάχη των επιγόνων στην Ιψό της Φρυγίας, δημιουργήθηκαν τα ελληνιστικά βασίλεια του Λυσίμαχου, του Σέλευκου, του Κάσσανδρου και του Πτολεμαίου. Με τη δημιουργία των βασιλείων εκείνων, ένα μέρος της Καππαδοκίας βρισκόταν υπό την επικυριαρχία του Λυσίμαχου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της υπαγόταν στο κράτος Σελευκιδών. Πολλές από τις πόλεις που κατοικήθηκαν από τους Μακεδόνες αποτέλεσαν ελληνικά κέντρα πολιτικής και πολιτιστικής δράσεως. Ο Στράβων αναφέρει πως όταν οι Μακεδόνες παρέλαβαν την Καππαδοκία από τους Πέρσες, ήταν χωρισμένη σε δυο σατραπείες, γι’ αυτό δημιούργησαν δύο βασίλεια. Το ένα το ονόμασαν Κυρίως Καππαδοκία ή Καππαδοκία προς τον Ταύρο ή ακόμη Μεγάλη Καππαδοκία, ενώ το άλλο το ονόμασαν Πόντο ή Ποντική Καππαδοκία.

Το 301 π.Χ. μετά από 20 περίπου χρόνια μακεδονικής κυριαρχίας, άρχισε η έξωσή τους από τη χώρα και η αποκατάσταση της παλιάς ιρανικής δυναστείας. Δημιουργήθηκαν τότε δύο ανεξάρτητα κράτη. Η Μεγάλη Καππαδοκία ή Καππαδοκία προς τον Ταύρο, με κυβερνήτη τον Αριαράθη και η Ποντική Καππαδοκία ή Πόντο με κυβερνήτη το Μιθριδάτη Β’ τον Κτίστη. Η περίοδος εκείνη ήταν πολύ σημαντική για τον τόπο και ονομάζεται ελληνοκαππαδοκική, γιατί η περιοχή εκπολιτίστηκε και από ασιατική μεταμορφώθηκε σε ελληνική. Οι Ιρανοί μονάρχες θεώρησαν απαραίτητο να τα έχουν καλά με τα ελληνικά βασίλεια, γι’ αυτό επιδίωξαν και δημιούργησαν συμμαχίες με τον ελληνικό χώρο- ιδιαίτερα με την ακμαία Αθήνα, όπου πήγαιναν να αποκτήσουν ανώτερη ελληνική μόρφωση και παιδεία. Η φιλελληνική πολιτική των βασιλιάδων της Καππαδοκίας δημιούργησε μέγα ρεύμα αποίκων προς αυτήν. Χιλιάδες Έλληνες, που ο αριθμός τους όλο και μεγάλωνε, πήγαιναν να εγκατασταθούν εκεί, δημιουργώντας πλήθος πόλεων. Με τους Έλληνες αποίκους και την εκπαίδευση, ο καππαδοκικός χώρος κυριαρχήθηκε από τον ελληνικό πολιτισμό και τη γλώσσα. Όμως, αν και η αντικατάσταση των παλιών εγχώριων γλωσσών έγινε σε όλη την περιοχή, βασικά μετά τα χρόνια του Αλέξανδρου, παρ’ όλ’ αυτά, για πολλά χρόνια, οι Καππαδόκες μιλούσαν δυο γλώσσες. Τα ελληνικά τα μιλούσαν προφέροντας παχιά τα σύμφωνα και μπερδεύοντας τα φωνήεντα, γι’ αυτό ονομάζονταν μιξοβάρβαροι ή δίγλωσσοι. Η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας γίνεται φανερή και από τα επίθετα των βασιλέων, όπως Ευσεβής, Φιλοπάτωρ, Φιλάδελφος.