map

Τυχαίες φωτογραφίες

book

Η ιστορία της Καππαδοκίας είναι τεράστια και γοητευτική. Ο τόπος της κατοικήθηκε από τα μακρινότερα χρόνια της ανθρώπινης παρουσίας στη γη. Αυτό συνάγεται και από μια τοιχογραφία του 6500-6200 π. Χ., που βρέθηκε στο Catalhoyuk, για την οποία πιστεύουν ότι είναι από τις αρχαιότερες του κόσμου. Εκεί απεικονίζονται σπίτια της Καππαδοκίας και το ηφαίστειο του Αργαίου Όρους να εκρήγνυται.

Η Καππαδοκία κατά την αρχαιότητα ήταν μία εκ των 15 επαρχιών της Μικρασιατικής χερσονήσου. Τα σύνορά της εξ αιτίας των πολλών κατακτητών που αυτή γνώρισε , στη διάρκεια της μακράς ιστορίας της, συχνά μεταβάλλονταν. Από τη χώρα αυτή πέρασαν Καππαδόκες, Χετταίοι, Φρύγες, Έλληνες, Παφλαγόνες, Λυκάονες, Λυδοί, Πέρσες, Ιρανοί, Γαλάτες, Ρωμαίοι, Σελτζούκοι και Οθωμανοί Τούρκοι. Οι περισσότεροι χάθηκαν στο πέρασμα του ανελέητου χρόνου, αλλά όλοι άφησαν τη δική τους ιστορική κληρονομιά, η οποία συνδυάστηκε αρμονικότατα με την απλόχερη δωρεά της φύσης. Όλοι εκείνοι οι λαοί προσέφεραν στο χώρο τον πολιτισμό, τα ιερά σύμβολα και τους Θεούς τους, αφήνοντας τη δική τους ακατάλυτη ομορφιά στους αιώνες που πέρασαν.

Από την περιγραφή του Ηροδότου συμπεραίνουμε ότι οι Καππαδόκες κατείχαν τα ανατολικά εδάφη κατά μήκος του ποταμού Άλυ « ὁ ὀποίος ῥέων ἐκ τοῦ νότου μεταξύ Συρίων ( Καππαδοκών) καί Παφλαγόνων ἐκβάλλει πρός βορράν εἰς τόν καλούμενον Εὔξεινον Πόντον» (Ηροδ. Α΄,6). Ο Ηρόδοτος, αποκαλεί την Καππαδοκία «αυχένα» της Μικράς Ασίας ( ἔστι δε αὐχήν οὔτος τῆς χώρης ταύτης ἀπάσης- Α΄,72). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της περσικής κυριαρχίας και της επακόλουθης ελληνορωμαϊκής , η Καππαδοκία περιελάμβανε όλες τις περιοχές ανάμεσα στον Εύξεινο Πόντο , την Αρμενία, τον Ευφράτη, τον Ταύρο , τη Λυκαονία και τον Άλυ ποταμό.

Επί της βασιλείας του Αρταξέρξη του Μνήμονα , η Καππαδοκία έγινε βασίλειο, παίρνοντας ως πρώτο βασιλιά της τον Αριαράθη τον Α’. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αριαράθη του Β’, η Καππαδοκία τόσο η « Μεγάλη « όσο και η «Ποντιακή», ήταν κάτω από το ίδιο σκήπτρο. Έτσι ενωμένη την πήραν οι Μακεδόνες. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Καππαδοκία διαιρέθηκε σε δύο κράτη.

Το όνομα « Καππαδοκία» , σύμφωνα με τη σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα, ανάγεται στα χεττιτικά κείμενα , στη λέξη «KATWATNA» , που σημαίνει « Κάτω χώρες» και ενώ αρχικώς προσδιόριζε τις εκτάσεις νοτίως του όρους Ταύρου, σταδιακά κατέληξε να αναφέρεται σε τεράστια έκταση σχεδόν σε όλο το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Παλαιότερα, πίστευαν πως το όνομα «Καππαδοκία» ήταν περσικό και προερχόταν από το «katpatuka» που     ερμηνεύεται « η χώρα των καλών αλόγων».

Οι αρχαιότεροι λαοί της Καππαδοκίας πριν ακόμα κάνουν την εμφάνισή τους οι Ινδοευρωπαίοι, ήταν οι Χουσίτες και οι Τουράνιοι. Ένας άλλος λαός επίσης, που κυριάρχησε στην περιοχή της κεντρικής Ανατολίας, μεταξύ του 2500π.Χ. και του 2000 π.Χ., ήταν οι Χάττοι, οι οποίοι χάθηκαν δίχως να αφήσουν ίχνη του πολιτισμού τους. Κατά την ύστερη εποχή του χαλκού (1950-1800 π.Χ.), εμφανίστηκαν νέοι πληθυσμοί που έφεραν τη γραφή . Οι Ασσύριοι προερχόμενοι από τη βόρεια Μεσοποταμία, εγκαταστάθηκαν στις περιοχές ανάμεσα στο Ικόνιο και τη Μελιτήνη (Μαλάτια), όχι σαν κατακτητές αλλά σαν έμποροι και διάλεξαν για έδρα τους το Κιολτεπέ ανατολικά της Καισάρειας.

Στην αρχή της 2ης χιλιετίας,  η Μικρά Ασία δέχτηκε διαδοχικά κύματα Ινδοευρωπαίων κατακτητών.  Ένας από αυτούς ήταν οι Χετταίοι (2000- 1200 π. Χ.) οι οποίοι κατέβηκαν στη Μικρά Ασία από τον Καύκασο. Είναι οι πρώτοι που ίδρυσαν ένα αληθινό κράτος, ενώνοντας κάτω από το σκήπτρο τους τις πόλεις που ανθούσαν.  Πρωτεύουσά τους ήταν η Χατούσα ή Πτέρα ή Πτερίη. Μια πόλη χτισμένη και προσαρμοσμένη αρχιτεκτονικά με το περιβάλλον της περιοχής. Οι Χετταίοι, εκτός των άλλων, άφησαν τα ιστορικά τους αποτυπώματα και στους τεράστιους τρωγλοδυτικούς οικισμούς που είχαν δημιουργήσει. Έμειναν κυρίαρχοι στη Μικρά Ασία ως το 1200 π. Χ. περίπου, τότε που καταστράφηκαν από τους «λαούς της Θάλασσας».

Ένας από τους λαούς που συμμετείχαν ενεργά στην πτώση των Χετταιών ήταν οι Φρύγες, αρχαίος λαός της Βαλκανικής, που πέρασε στη Μικρά Ασία εκτοπίζοντας τους Χετταιούς και ιδρύοντας ένα ανεξάρτητο κράτος, πάνω στα ερείπια των χετταϊκών πόλεων. Με την εμφάνιση των Φρυγών καταστράφηκαν όλες οι πόλεις των Χετταίων και οι ίδιοι εξαφανίστηκαν , για πάντα, από την ιστορία. Από την ανάμιξή τους με τους λαούς της περιοχής και ιδιαίτερα με τους Σύριους Καππαδόκες δημιουργήθηκε το πρώτο καππαδοκικό έθνος. Η γλώσσα των αρχαίων Καππαδοκών είχε πολλά φρυγικά στοιχεία. Επίσης, η αρχαία θρησκεία των Καππαδοκών ήταν ουσιαστικά φρυγική, με ορισμένες λατρείες και χαρακτηριστικά ιρανικών θεοτήτων.

Κατά την 2η χιλιετία π.Χ. , διαγράφεται η ταχεία άνοδος των Ασσυρίων που στα 1150 π.Χ. κατακτούν την Κομμαγηνή και τα Κόμανα της Καππαδοκίας. Όλη, σχεδόν, η περιοχή της Καππαδοκίας, μετά την κυριαρχία των Χετταιών , πέρασε στα χέρια των Ασσυρίων -με αρχηγό τους τον ιδρυτή του ασυριακού κράτους, Νίνο- οι οποίοι την κράτησαν για περίπου 500 χρόνια, ως τον 7ο αιώνα π.Χ. Το κράτος των Ασσυρίων γνώρισε τη μεγαλύτερη εξάπλωσή του με τον Σαργών το Β΄, τον 8ο αιώνα , ο οποίος επέκτεινε τα σύνορα του κράτους του μέχρι τον Άλυ ποταμό.

Τα μετέπειτα χρόνια επικράτησαν στην περιοχή οι Λυδοί, που πρόσθεσαν κι αυτοί το δικό τους λιθαράκι στην ιστορική εξέλιξή της.

Μετά το 650 π. Χ. η Καππαδοκία βρέθηκε υπό μηδική κυριαρχία.

Γύρω στο 550 π. Χ. ο Κύρος νίκησε τον Κροίσο, το βασιλιά των Λυδών και δημιούργησε μια μεγάλη αυτοκρατορία στην οποία υποτάχθηκε και η Καππαδοκία. Στους ελληνοπερσικούς πολέμους ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι συγκεντρωμένες περσικές δυνάμεις υπό τον Ξέρξη είχαν ξεκινήσει από τα Κρίταλλα της Καππαδοκίας.

Τα χρόνια εκείνα αναδείχτηκαν στην Καππαδοκία εγχώριοι βασιλείς. Πρώτος βασιλέας της ήταν ο Αριαράθης Α’ (374- 335 π. Χ.), ιδρυτής της μεγάλης δυναστείας των Αριαραθών. Ήταν εκείνος που ένωσε υπό την κυριαρχία του όλη την περιοχή και την κληρονόμησε στον Αριαράθη Β’, στα χρόνια του οποίου ο Μέγας Αλέξανδρος άρχισε την εκστρατεία κατά των Περσών.

Από τα πολύ αρχαία χρόνια, οι Έλληνες εμφανίζονται διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο. Στα μέσα του 7ου αι. π. Χ., οι Μιλήσιοι έκαναν έντονη την παρουσία τους στα παράλια της Βόρειας Καππαδοκίας και επιβλήθηκαν υλικά και πολιτιστικά στους κατοίκους της, κατακτώντας τη Σινώπη και την Αμισό, τις σημαντικότερες πόλεις της περιοχής. Κατόπιν προωθήθηκαν προς το υψίπεδο  της καππαδοκικής ενδοχώρας. Ήρθαν σε επαφή με τους τότε ντόπιους πληθυσμούς του τόπου, έδωσαν και πήραν πολιτισμό, δημιούργησαν εμπορικές σχέσεις μαζί τους και αρκετές φορές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι πολεμιστές στους διάφορους τοπικούς ηγεμόνες της περιοχής. Όλα εκείνα τους βοήθησαν να έχουν μια ισορροπημένη συνύπαρξη. Οι ελληνικές αποικίες έγιναν τα πνευματικά κέντρα της περιοχής. Μετέπειτα και άλλα ελληνικά φύλα ρίζωσαν στη Μικρά Ασία, χωρίς να αποξενωθούν από τις μητροπόλεις τους, διατηρώντας τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις και την ιστορία τους, το άσβεστο εκείνο αναζωογονητικό ιερό πυρ της πνευματικής τους κληρονομιάς. Η πνευματική και υλική υπεροχή τους επέδρασε καταλυτικά σε όλους τους κατοίκους, οι οποίοι ζυμώθηκαν και ομογενοποιήθηκαν μαζί τους.